Η αγορά του Δωδεκάθεον
Σεπτέμβριος 03, 2010, 16:01:00 *
Καλώς ορίσατε, Επισκέπτης. Παρακαλούμε συνδεθείτε ή εγγραφείτε.

Σύνδεση με όνομα, κωδικό και διάρκεια σύνδεσης
Νέα:
Επισκεφθείτε την Πύλη
ΔΩΔΕΚΑΘΕΟΝ
 
   Αρχική   Βοήθεια Αναζήτηση Σύνδεση Εγγραφή  
Σελίδες: 1 2 [3] 4 5 ... 8
  Εκτύπωση  
Αποστολέας Θέμα: Απόκριες: έθιμα Διονυσιακού χαρακτήρα  (Αναγνώστηκε 14429 φορές)
AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #30 στις: Ιανουάριος 30, 2009, 08:47:33 »


Καρναβάλι Αγιάσου

Η Αγιάσος είναι η Μέκκα του λεσβιακού καρναβαλιού, όπου συρρέουν χιλιάδες κόσμου κάθε χρόνο για να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις του. Το Αγιασώτικο καρναβάλι ξεχωρίζει για τη μοναδικότητά του και αποτελεί σπάνιο δείγμα της ντόπιας λαϊκής πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Οι ρίζες του εθίμου χάνονται στα βάθη της Τουρκοκρατίας. Μέσα στο διάβα ενός και πλέον αιώνα το έθιμο πέρασε από πολλά στάδια, επηρεάστηκε από μύριες καταστάσεις και συνοδοιπόρησε με την εκάστοτε ιστορική εποχή εξελικτικά.



Το καρναβάλι της Αγιάσου ξεχωρίζει όμως κι απ’ όλες τις πανελλήνιες εκδηλώσεις για την ιδιομορφία του, την καυστική και σπιρτόζικη έμμετρη (σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο) σάτιρα που την εκφράζουν με το ντόπιο γλωσσικό ιδίωμα οι λαϊκοί ποιητές.

Το παλιότερο έθιμο της Αποκριάς ήταν η «πατινάδα», ο γύρος των παλικαριών στις γειτονιές του χωριού, όπου λειτουργούσαν τα κουιτούκια και γινόταν το νυφοπάζαρο. Τραγουδούσαν παλιά παραδοσιακά τραγούδια (Σούσα, Λυγερή, Τριανταφυλλένια, κ. ά).

Γύρω στο 1900 ο καλλίφωνος της παρέας (αρχινιστής του τραγουδιού) ντυνόταν με τσολιάδικη φουστανέλα και περικεφαλαία, παριστάνοντας το Μεγαλέξαντρο, που συμβόλιζε την αδούλωτη ελληνική ψυχή και με τα τραγούδια του τόνωνε το εθνικό φρόνημα των σκλαβωμένων ραγιάδων.

Το Αναγνωστήριο ενδιαφέρθηκε για το καρναβάλι ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με το αριθμ. 56/27-2-1902 πρακτικό του Διοικητικού του Συμβουλίου, επιτροπή αποτελούμενη από μέλη του Δ.Σ. διενήργησε έρανο με σκοπό την απονομή χρηματικών βραβείων σε καρναβαλικές ομάδες.

Στις αρχές του 19ου αιώνα αρχίζει να μπαίνει ο στίχος. Στην αρχή έκαναν μικρές αυτοσχέδιες παραστάσεις οι χωρατατζήδες του χωριού, σατιρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις της τοπικής κοινωνίας.

Μετά το 1912 και πολύ περισσότερο μετά το 1922 ξεπηδούν νέοι λαϊκοί ποιητές. Είναι τα μπαρουτοκαπνισμένα παλικάρια της Αγιάσου, που γύρισαν από τα πολεμικά μέτωπα. Μέσα από τη σάτιρά τους εκφράζουν τα αιτήματα της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της κοινωνικής αλλαγής. Καθιερώνουν για εκφραστικό τους όργανο την Αγιασώτικη ντοπιολαλιά.

Ήδη από την προπολεμική περίοδο ζωντανεύει το έθιμο του αντικαρνάβαλου ή καρναβαλομαχίας.

Το 1938 το Αναγνωστήριο αξιοποιεί τη δωρεά του Θεόδωρου Ντουγραματζή ή Κουκουβάλα και θεσπίζει το «Βάλειο» Διαγωνισμό (απονομή χρηματικών επάθλων στα διαγωνιζόμενα καρναβαλικά συγκροτήματα) που - με μικρές διακοπές - κράτησε ως το 1984.

Τις Αποκριές του 1944 ηχεί η προφητική φωνή του καρνάβαλου που προβλέπει την ήττα του γερμανικού φασισμού και την απελευθέρωση της πατρίδας.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο το καρναβάλι μπαίνει σε καινούρια καλούπια. Αλλάζει ο τόπος και ο χρόνος των εκδηλώσεων. Ο μουλαροκίνητος καρνάβαλος δίνει τη θέση του στα άρματα, που καθιερώθηκαν στα χρόνια του Ανανία Καραμανλή.

Ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε το καρναβάλι την περίοδο της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, οπότε παρουσιάστηκαν πολλά από τα καλύτερα αριστουργήματα της ιστορίας του και μάλιστα σε συνθήκες αυστηρής λογοκρισίας.



Σήμερα διατηρεί τη μορφή που πήρε μεταπολεμικά (λαϊκό δρώμενο με έντονα θεατρικά στοιχεία σε ανοιχτό δημόσιο χώρο που συνδυάζει σε ολοκληρωμένη θεματική ενότητα τον έμμετρο σατιρικό λόγο με την εμφάνιση αρμάτων). Η θεματολογία της λαϊκής μούσας καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα. Τα θέματά της αντλούνται κυρίως από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία, καθώς και από τη θρησκευτική μας παράδοση. Μέσα απ’ αυτά αναπαράγεται με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο η σημερινή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και σατιρίζονται με παραλληλισμούς πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητας. Ο ποιητής λαός δε μασκαρεύεται απλά για να τέρψει το ακροατήριο του, αλλά φρονηματίζει, παραδειγματίζει, καυτηριάζει με το θερμοκαυτήρα της πέννας του το σάπιο κομμάτι του κοινωνικού σώματος. Δεν είναι σεμνότυφος, χτυπά αλύπητα τα στραβά, μιλά σταράτα και ειλικρινά. Είναι τολμηρός και προφητικός. Δε φοβάται, δε συμβιβάζεται, δε χαρίζεται σε κανέναν. Με την καυστική αθυροστομία του κάνει ενέσεις στον άρρωστο κοινωνικό οργανισμό.

Η προφορική λαϊκή παράδοση διασώζει στο διάβα των αιώνων τα “τριψίματα”, δίστιχα ομοιοκαταληκτικά τραγούδια που υμνούν τα γεννητικά όργανα.

Η καρναβαλική παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τη σκυτάλη της οργανωτικής ευθύνης των καρναβαλικών εκδηλώσεων πήρε από το 1984 ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αγιάσου «Ο ΣΑΤΥΡΟΣ». Από το 1999 τα δύο Σωματεία συνεργάζονται στην οργάνωση εκδηλώσεων ερευνητικού περιεχομένου – αναβίωσης παλιών καρναβαλικών εθίμων. Από την ίδια χρονιά συμμετέχει στη διοργάνωση των καρναβαλικών εκδηλώσεων και ο Δήμος Αγιάσου.

Πηγή: agiasos.gr

Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2293



WWW
« Απάντηση #31 στις: Ιανουάριος 31, 2009, 08:05:15 »


Τα αποκριάτικα τραγούδια από όλη την Ελλάδα, που τραγούδησε η Δόμνα Σαμίου.

Και να μην ξεχνάμε τους σκοταδιστές της εκκλησίας που την μήνυσαν για αυτά, λίγα χρόνια πριν.


Θειά μου Νικολάκαινα

Θειά μου Νικολάκαινα, συ δεν το' πραξες καλά
τέτοια κόρη που' χεις σκύλα,
και την έστειλες για ξύλα.

Το κοπέλι στο καρτέρι
την επιάνει από το χέρι
τράβα γω και τράβα εκείνη,
δίνει ο Θεός και πέφτ' εκείνη,
πάνω εγώ από κάτω εκείνη.

Τη φιλώ στο κούτελο
"Α στο διάολο, κούτσουρο"
τη φιλώ και στο λαιμό
"Α στο διάολο από δω"

"Κόρη μ' πόσο σ' αγαπώ,
που'χεις το λαιμό χυτό,
που' χεις τα μαλλιά μετάξι,
και πλεγμένα με την τάξη"

Τη χαϊδεύω, τη φιλώ
"Μα γω τέτοια τ' αγαπώ"
Και μου λέει:
"Παρακάτω, από το λαιμό πιο κάτω"

Και της πιάνω τα βυζά, μου λέει:
"Μου' ρθ αραθυμιά"
Και μου λέει:
"παρακάτω, από τα βυζά πιο κάτω"

Την πιάνω από τον αφαλό
"Παρακάτω βρε τρελό"
και την πιάνω από το γόνα
"Ατζαμής μου λεει εισ' ακόμα"

Πιάνω της τα γόνατα
"Κάνεις και καμώματα"
και της τα σηκώνω απάνω,
τη ρωτάω τι να κάνω

και μου λέει:
"Παραπάνω, απ' τα γόνατα πιο πάνω"
και την πιάνω απ' το μερί
"Να, κοντεύει να το βρει"
και μου λέει:
"Παραπάνω, από το μερί πιο πάνω"

Ανάμεσ' από το μερί,
βλέπω τούρκικο τζαμί,
μπαίνει ο χότζας μες στη μέση
με το κόκκινό του φέσι,
μια κοιλιά χτυπάει την άλλη,
γίνεται χαρά μεγάλη.




Με τη θειά μου την Κοντύλω

Με τη θειά μου την Κοντύλω
επηγαίναμε στο μύλο
(μπιγιρνέ-μπιγιρνε-
μπίγι-μπίγι-μπίγιρνε)
Κούντα γω και κούντα κείνη
δίν' ο Θεός και πέφτ' εκείνη
πάνω γω από κάτω εκείνη

"Αχου Θειά και να' σουν ξένη,
και το τι' θελε να γένει"
"Κάμε, γιέ μου, τη δουλειά σου,
κι εγώ είμαι πάλι θειά σου"

Να κι ο μπάρμπας από πέρα,
τράκα τρούκα τη μαχαίρα:
"Βρ' ανιψιέ, καταραμένε,
κι ίντα πολεμάς, καημένε;"

"Μπάρμπα, θερμασιά την πιάνει
και την πλάκωσα να γιάνει"
"Πλάκωσ' την καλά, παιδί μου,
όπου να' χεις την ευχή μου".




Τούτες οι μέρες το' χουνε

Τούτες οι μέρες το' χουνε
τούτες οι εβδομάδες
για να χορεύουν τα παιδιά
να χαίροντ' οι μανάδες

Δώστε του χορού να παει
τούτ' η γη θα μας εφάει
τούτ' η γη που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε

Χορέψετε, χορέψετε
τα νιάτα να χαρείτε
γιατί σε τούτο τον ντουνιά
δεν θα τα ξαναβρείτε

Τούτ' η γη με τα χορτάρια
τρώει νιές και παλικάρια
τούτ' η γη με τα λουλούδια
τρώει νιές και κοπελούδια

Χαρείτε νιοί, χαρείτε νιές
χαρείτε παλικάρια
κι εγώ του Χάρου του' βαλα
σίδερα στα ποδάρια

Δώστε του χορού να παει
τούτ' η γη θα μας εφάει
τούτ' η γη που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε

Χορέψετε, χορέψετε
παπούτσια μη λυπάστε
μα κείνα ξεκουράζονται
τη νύχτα που κοιμάστε

Βάρ'τε την με το ποδάρι
τούτ' η γη θα μας εφάει


Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
ΚΥΒΩΡ
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2293



WWW
« Απάντηση #32 στις: Ιανουάριος 31, 2009, 09:21:39 »


Ένα μουνί στη κερασιά

Ένα μωρέ ένα, ένα μουνί
στη κερασιά κι ο πούτσος
από κάτω.

Πέντη μωρέ πέντη, πέντη
μετάνοιες έκανε. Πέντη
μετάνοιες έκανε,
μουνί κατέβα κάτω,
μουνί κατέβα κάτω.

Δε κα' μωρέ δε κατεβαίνω
πούτσκαρε. Δε κατεβαίνω
πούτσκαρε γιατ' είσαι
κορδωμένος.

Μπαίνεις μωρέ μπαίνεις,
μπαίνεις πολύ-πολύ βαθειά.
Μπαίνεις πολύ-πολύ βαθειά
και βγαίνεις μαραμένος.



Σαράντα μνιά με κύκλουσαν

Σαράντα μνιά μπρε-μπρε-μπρε
σαράντα μνιά με κύκλουσαν.
Σαράντα μνιά με κύκλουσαν
τον πούτσο να μη φάνε.

Κι ο πούτσος μου μπρε-μπρε-μπρε
κι ο πούτσος μου καμαρωτός.
Κι ο πούτσος μου καμαρωτός
τ' αρχίδια μου ρωτάει.

Τι λέητ' ησείς μπρε-μπρε-μπρε
τι λέητ' ησείς αρχίδια μου;
Τι λέητ' ησείς αρχίδια μου,
μπουρώ να τα γαμήσώ;

Να τα γαμή' μπρε-μπρε-μπρε
να τα γαμήσεις πούτσκαρη.
Να τα γαμήσεις πούτσκαρη
κι ημείς θα ση βοηθούμε.

Μόνου ν' αφή' μπρε-μπρε-μπρε
μόνου ν' αφήσεις κι για μας.
Μόνου ν' αφήσεις κι για μας
να μπούμε λίγου μέσα.



Ένα μουνί πενεύτηκε

Ένα μουνί παινεύτηκε
σ' ανατολή και δύση
πως δεν ευρέθη πούτσαρος
να πάει να το γαμήσει

Κι ο πούτσος μου που τ' άκουσε
πολύ του κακοφάνη
βάζει στ' αρχίδια του φτερά
και τρέχει και το φτάνει

Βρε συ, βρε συ παλιόμουνο
τι έχεις και παινιέσαι;
στον κόσμο που γεννήθηκες
πρέπει για να γαμιέσαι

Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
ΚΥΒΩΡ
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2293



WWW
« Απάντηση #33 στις: Φεβρουάριος 01, 2009, 00:05:52 »


Το μουνί το λένε Γιώτα

Το μουνί το λένε Γιώτα
και τον πούτσο Παναγιώτα.
Και τον πούτσο Παναγιώτα
κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα.

Κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα,
το κεφάλι μπαίνει πρώτα.
Το κεφάλι μπαίνει πρώτα
και τ' αρχιδια κλείν' την πόρτα.



Τις μιγάλις απουκριές

Τριαλα-λα, τριαλα-λα, τριαλα-λα λα-λα λα-λα.

Τις Μιγά- άιντε καλέ, τις Μιγάλις Απουκριές,
τις Μιγάλις Απουκριές πού ανάβουν οι φουτιές
και ζητούν άιντε καλέ και ζητούν να βρουν ψουλές
και ζητούν να βρουν ψουλές για να σβήσουν τις φουτιές.

Άναψε άιντε καλέ, άναψε και η Χριστίνα,
άναψε και η Χριστίνα πού 'χει να γαμηθεί ένα μήνα,
άναψε άιντε καλέ, άναψε και ή Μαρία
άναψε και η Μαρία κι έχει μια ανησυχία.

Άναψε άιντε καλέ, άναψε και ή Παναγιώτα,
άναψε και η Παναγιώτα, κακαρίζει σαν την κότα
κι ανιβαί - άιντε καλέ κι άνιβαίνει κατιβαίνει
κι ανιβαίνει κατιβαίνει και την πούτσα δεν χουρταίνει.

Μπρέ-μπρέ αίντε καλέ, μπρέ-μπρέ-μπρέ του μπουρανί
μπρέ-μπρέ-μπρέ του μπουρανί κι τσ' Χαλάτσαινας το μ'νί.



Πέντε δέκα παπαδιές

Πέντε δέκα παπαδιές
κι άλλες τόσες καλογριές
πάησαν να ψαρέψουνε
και να κολυμπήσουνε,
βγάζουν τα ρασάκια τους
και τα σωβρακάκια τους.

Κι άιντε ένας καλόγερος
πίσω από τον πλάτανο
παίρνει τα ρασάκια τους
και τα σωβρακάκια τους.

-Στον Θεό σ' καλόγερε,
δωσ' μας τα ρασάκια μας
και τα σωβρακάκια μας
κι όποια θέλεις από μας
πάρε απόψε στον οντά.

Στον Θεό σ' καλόγερε,
'τι είν' η τέτοια σ' κόκκινη;
-Μπογιατζήδες έβαφαν,
πέρασα κι εγώ από κει
και την βάψαν ως την κορφή.

-Στον Θεό σ' καλόγερε,
'τι είν' η τέτοια σ' μαλλιαρή;
-Ντελικάδες κούρευαν,
πέρασα κι εγώ από κει
και την φόρτουσαν μαλλί.

Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
ΚΥΒΩΡ
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2293



WWW
« Απάντηση #34 στις: Φεβρουάριος 02, 2009, 00:30:30 »


Ο Γιάνναρος επόθανε

Ο Γιάνναρος επόθανε κι ήφησε διαθήκη
να μην τον θάψουν σ' εκκλησιά μήτε σε μοναστήρι,
μονάχα να τον θάψουσι πάνω σε σταυροδρόμι
ν' αφήσουν και την πούτσα του τρεις πιθαμές απάνω,
για να περνά ο βασιλιάς να δένει τ' άλογό του.

Τρεις καλογριές τ' ακούσασι και παν να τονε (δ)ούσι.
Η πρώτη φέρνει το κερί κι άλλη το λιβάνι,
κι η τρίτη ξεβρακώνεται να πα' να κάτσει απάνω.



Να 'μουν νύχτα στο γιαλό

Να μουν-νύ μωρ έ- να μουν-νύ να μουν νύχτα στο γιαλό
να ανά ψω-λύ μωρέ να ανά ψω-λύ, να ανάψω λύχνο για να δω,
θεια μου-Νι μωρέ θεια μου-Νι, θεια μου Νικολάκαινα,
θεια μου Νικολάκαινα να μην πας για λάχανα.

Πού-τσα να μωρέ πού-τσα να, πού τς ανάβουν τσι φωτιές
πού τς ανάβουν τσι φωτιές και πηδάνε οι μικρές;
Στου αρχι-δια μωρέ στου αρχι-δια, στου αρχιδιάκου την αυλή,
στου αρχιδιάκου την αυλή μαζευτήκανε πολλοί.

Γάμος-ε μωρέ γάμος-ε γάμος εγινότανε,
γάμος εγινότανε κάποιος παντρευόντανε.



Ο παπούς ο Ραγκαβέλας

Ου παπούς, άκσιτι,
ου παπούς ου Ραγκαβέλας
ου παπούς ου Ραγκαβέλας
είχιν μνιά κουτσή γουμάρα.

Τ'ν είχιν πού-, άκσιτι,
τ'ν είχιν πούτσις φουρτουμένη
τ'ν είχιν πούτσις φουρτουμένη,
ήτανι κι αγκαστρουμένη.

Τ' σιργιανού-, άκσιτι,
τ' σιργιανούσιν στα χουργιά
τ' σιργιανούσιν στα χουργιά
Σπούρτα, Βάντσις, Κιρασιά.

Σπούρτα, Βά-, άκσιτι,
Σπούρτα, Βάντσις, Κιρασιά
Σπούρτα, Βάντσις, Κιρασιά
πάρτι πούτσις, φέρτι μνιά.

Πήραν νιές, άκσιτι,
πήραν νιές κι πάντριμένις
πήραν νιές κι πάντριμένις,
χήρις κι αρραβουνιασμένις.

Κι μνιά κόρη, άκσιτι,
κι μνιά κόρη πινιμένι
κι μνιά κόρη πινιμένι
δεν ιπρόφτασιν να πάρει.

Παίρνει, τ'νά-, άκσιτι,
παίρνει, τ'νάζει τα τσιουβάλια
παίρνει, τ'νάζει τα τσιουβάλια
πέφτει μνιά μι δυό κιφάλια.

Τράβα η μνιά, άκσιτι,
τράβα η μνιά κι τράβα η άλλη
τράβα η μνιά κι τράβα η άλλη
κι της κόψαν του κιφάλι.

Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
ΚΥΒΩΡ
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2293



WWW
« Απάντηση #35 στις: Φεβρουάριος 03, 2009, 08:02:22 »


Γι' ακούσατε τι θα σας πω

Για ακούσατε τι θα σας πω τι έπαθε μια χήρα,
μια χήρα η κακομοίρα και το μουνί της έχασε
και λέει πως της το πήρα, μα εγώ δεν της το πήρα.


Το μνι μωρέ το μνι στον γκρέμιο κάθονταν,
το μνι στον γκρέμιο κάθονταν κι ο πούτσος παρακάτω
παρακαλούσε το μουνί, κατέβα παρακάτω.

Δεν κατεβαίνω πούτσκαρε γιατί είσαι κορδωμένος,
όπου έβρεις τρύπα χώνεσαι, δεν βγαίνεις ζημιωμένος.



Την τρανή την αποκριά

Την τρανή, μπρε-μπρε-μπρε, την τρανή την Απουκριά,
την τρανή την Απουκριά π' απουκρεύουν τα φαϊά,
π' απουκρεύουν τα φαϊά, απουκρεύουν κι από μνια,
π' απουκρεύουν του τυρί, κι από πούτσο κι από μνι.
Τσιλιγκάδις ψεν αρνιά, τσιλιγκούσις ξουν τα μνια
και την Καθαρή Δηυτέρα δίνουν τα μουνιά αέρα.



Γέρασα μωρέ παιδιά

-Γέρασα μωρέ παιδιά,
γέρασα και δεν μπορώ
τα τραγούδια μου να πω.
Βλέπω νιους μωρέ παιδιά
κι είμαι ζηλιάρης,
γέρος και παραπονιάρης.
Σαν βλέπω νιες
μωρέ παιδιά τις Αποκριές,
κάλλιο σαράντα μαχαιριές.

-Σώπα μπάρμπα και μην κλαις
θα γεράσουνε κι αυτές,
σώπα μπάρμπα και μην σκας
ταχιά θα δεις και θα γελάς.
Θα δεις κάτασπρα μαλλιά
και ματάκια με γυαλιά.
Θα δεις μύτες και σαγόνια
σαγονιές με δίχως δόντια
και στην πλάτη τους καμπούρα
και στο χέρι την μαγκούρα.

Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
ΚΥΒΩΡ
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2293



WWW
« Απάντηση #36 στις: Φεβρουάριος 04, 2009, 01:23:02 »


Πώς το τρίβουν το πιπέρι

Πώς το τρί- βλάχα μου καλή,
πώς το τρίβουν το πιπέρι;
Πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαβόλου οι καλογέροι;

Με το γό- βλάχα μου μωρή,
με το γόνατο το τρίβουν.
Με το γόνατο το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.

Με την μύ- βλάχα μου μωρή,
με την μύτη τους το τρίβουν.
Με την μύτη τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.

Με την γλώ- βλάχα μου μωρή,
με την γλώσσα τους το τρίβουν.
Με την γλώσσα τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.

Με τον κώ- βλάχα μου καλή,
με τον κώλο τους το τρίβουν.
Με τον κώλο τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.

Με τον πού- βλάχα μου καλή,
με τον πούτσο τους το τρίβουν.
Με τον πούτσο τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.



Πέθαν' ο κρέας

Πέθανε ο κρέας πέθανε
ψυχομαχάει κι ο τύρος
σηκώνει ο πράσος την ουρά
και ο κρέμμυδας τα γένια.

Και η βρούβα η παλιόβρουβα
στέκεται στην καβάλα
να πέσει στην τσουκάλα.

Καταγράφηκε

ΚΥΒΩΡ
AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #37 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:17:17 »


Έρωτας και Αιγαίο: ΠΡΙΑΠΕΙΑ , του Μιχαήλ Σ. Λελέκου


1*

Επέμψαμε το Γιώργο μας να πάει ν’ αλέσει νάρθει.
Βρίσκει το μύλο σφαλιστό και τα κλειδιά παρμένα
και τα παρεθυράκια του σφιχτά μαγγανωμένα.
Δίνει της πόρτας μια κλωτσιά κι ανοίγει μπαίνει μέσα.
Κουκί κουκί το μάζωνε ως τη μεγάλη Πέφτη
και τρεις κοκόρους φόρτωσε στο ρέμα κατεβαίνει.
Τρεις τούρκοι τον επιάσανε του πήρανε τ’ αλέβρι.
Τούρκοι τ’ αλέβρι πάρτε το μα τα σακιά μου δόστε.
Παίρνουν ξυλοφορτώνουν τον στη μάνα του παγαίνει.
Καλόστονε το Γιώργο μας που ήφερε την πίτα.
Μάνα μ τ’ αλέβρι πήραν το την πίτα τί γυρέβεις;
Και παίρνει το σκορδόγουδο του φέρνει πέντε δέκα
την κεφαλή τού έσπασε και γύρεβε γυναίκα,
γυναίκα για να γιατρευτεί γυναίκα για να γιάνει.
Απέθανεν ο Γιώργος μας τ’ όμορφο παληκάρι
η μάνα παίρνει τα κεριά και η αδερφή λιβάνι
και παν να τόνε θάψουνε τον άμοιρο το Γιώργο.


* Το γύρισμα: «Και ωχ, ωχ, ωχώ»


2

Ο Γιάνος μας αλώνιζε μπρουτά τον Αλωνάρη?
αλώνιζε ξαλώνιζε και κάνει τρία κουβέλια.
Τόνα το χρώσταε δανεικό τ’ άλο το πήρε ο τούρκος
το ένα που τ’ απόμεινε το παίρνει πάει στο μύλο.
Βρίσκει το μύλο χάρβαλο και το νερό κομένο.
Ο' σο να βάλει το νερό να ξεκινήσει ο μύλος,
ποντίκια τοιμαστήκανε του τρώνε τα σακούλια.
Ο' σο να βρει τα ράματα να ράψει τα σακούλια,
οι λύκοι τοιμαστήκανε του τρώνε τη γαϊδούρα.
Βάνει τα χέρια σταβρωτά στο σπίτι του πηγαίνει•
η γυναίκα του τον καρτερεί από μακριά στο δρόμο
Καλό στο Γιάνο πόρχεται, φέρνει μυλοκουλούρα.
Σκατά κουλούρα φέρνω γω, μούφαγαν τη γαϊδούρα
Παίρνει το σκορδοκόπανο του κόβει πέντε δέκα.

Μωρ αν πεθάνω θάψτε με στα δίστρατα στη μέση
κι αφήστε την κουκουναριά απέξω από το μνήμα
για να περνάει συμπεθεριό να κάτσει η νύφη απάνω
μα πέρασαν τρεις καλογριές κ έκατσε η μία απάνω.
Ο θεός σχωρέσαι Γιάνο μου με την κουκουναριά σου
που θαραπέβεις καλογριές δροσίζεις και νυφάδες
θαράπαψες και μένανε, νάεισαι συχωρεμένος.

 

3

Στο βουνό θε ν’ ανεβώ να φτιάξω κήπο
κήπο και παράκηπο κι αριόν αμπέλι,
νάρχονται οι μελαχρινές κ οι μαβρομάτες
που μύρια ανάθεμά τες.
Τσικουδιέ κι αμπελουργέ δόσμου σταφύλι
και φίλιε με στ αχείλι.

Βγάλ τα πασουμάκια σου κ έμπα κι ατή σου
που να κοπεί η ζωή σου.
Θέλεις μήλο κόψε φάε θέλεις κυδώνι
κανείς δε σε μαλώνει.
Θέλεις μήλο κόψε φάε θέλεις σταφύλι
θα σε φιλώ στ’ αχείλι.

Ω' στε να μπει κι ώστε να βγει η κόρη από τ’ αμπέλι
εβρέθη γκαστρωμένη.
Κ η μάνα τήνε ρωτάει κ η μάνα της τής λέει:

Τι έχει ν η κοιλίτσα σου οπού είναι φουσκωμένη
κόρη καταραμένη;

Πλατοκούκια φέρανε μάνα στο σκολειό μου
για το ριζικό μου
κι όλοι τα παστρέβανε κ εγώ τα έτρωγα τα
που μύρια ανάθεμα τα.

Τι έχει ν η ποδίτσα σου οπού είναι ματωμένη
κόρη καταραμένη;

Περιστεράκια φέρανε μάνα στο σκολειό μου
για το ριζικό μου
Κι όλοι τα εσφάζανε κ εγώ τα μάδαγά τα
που μύρια ανάθεματα.

Τί έχουν τα βυζάκια σου οπού τρέχουν γάλα
τ άσπρα και τα μεγάλα;

Ορφανούλι φέρανε μάνα στο σκολειό μου
για το ριζικό μου,
κι όλοι το χαϊδέβανε κ εγώ το βύζενα το
το μύρια ανάθεμα το,

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #38 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:19:00 »


4

Τσιουπανάκης είμουνα
είχα μια καλή κυρά
και μ’ αγάπαε πολλά.
Μούηφερε ψωμί στη στάνη
Αποκάτ’ απ’ το σφεντάμι.
Της σηκώνω το φουστάνι
σα μαβρόλαγος μου φάνη.
Πίσω μπρος της γονατίζω
την κομπούρα μου γιομίζω
και της δίνω μια στ’ ασκέλια
και λιγώθ’ από τα γέλια.



5*

Μία έμορφη κοπέλα
εις το σπίτι ενός παπά
για να την εξαγορέφσει
είχε πάει μια βραδιά.
Βλέποντας την τέτοια ωραία
λύπην έλαβ’ ο παπάς.

Τι γυρέβεις τέτοιαν ώρα
κορασίδα στον οντά ;

Δέσποτα μου να σ’ ορίσω
ήρθα να ξαγορεφτώ
να σου ειπώ τα κρίματα μου
τα’ ανομίες που βαστώ.

Ναι παιδί μου, πέτα όλα
κ έφσπλαχνος είναι ο θεός
συχωράει σε κ εμένα
που είμαι και πνεβματικός.

Μίαν ημέρα δέσποτά μου
εκαθόμουν μοναχή
κ ήρθε ο νιος που μ αγαπούσε
και μου πήρε ’να φιλί.

Το φιλί δεν είναι κρίμα
είναι πράμα φυσικό
ως κ εγώ θα σου το πάρω
που είμαι και πνεβματικός.

Δέσποτα μου να σ’ ορίσω
έκαμα κι άλλα πολλά
μα θωρώ το πρόσωπο σου
π’ άναψε σαν τη φωτιά.

Μη θωρείς το πρόσωπό μου
μόνο θώρει το κακό
που κυρίεψε το σώμα
και ζητεί ιατρικό.

Σώπα, σώπα δέσποτά μου
μη σ’ ακούσει η γειτονιά
και το πούνε του δεσπότη
και σου κόψει τα μαλλιά.

Τα μαλλιά μου κι αν μου κόψει
δε μου κόφτει τη ζωή
απ’ τα χέρια μου δε φέβγεις
κορασιά μου τρυφερή.

*Το γύρισμα: «ε ε ε τάλα τούμπλε τούμπλε»



6*

Κίνησ’ ένας καλόγερος
να πάει να ζεβγαρίσει.
Βάνει τον πούτσο του ζυγό
τ’ αρχίδια του δαμάλια.
κ’ η καλογριά ν’ αγνάντεβε
ψηλά στο παρεθύρι
και το στρατί στρατί έπιασε
τ’ άριον το μονοπάτι
κι απ’ αλάργα την χαιρετάει
κι από μακριά της λέει:

Ν απέξω πέρνα καλογριά
προγκάνε τα δαμάλια.

Κ εκείνη το παράκουσε
και από κοντά περνάει
και τα δαμάλια πρόγκηξαν
τσακίζουν το ζυγό του.
Μα πήγε και την άδραξε
μια σπρωχταριά της δίνει
και χάμω την ετέντωσε
και χάμω την τεντώνει
τα δυο της πόδια σήκωσε
κι από κοντά τής πέφτει
και το βρακί του έλυσε
τον πούτσο του πετάει
βαθιά της τον πατήκωσε
βαθιά τον πατηκώνει
κ’ εκείνη η μάβρη τούλεε
κ’ εκείνη η μάβρη λέει:

Σ’ εφχαριστώ καλόγερε
να είσαι βλογημένος.

*Το γύρισμα: «ωχ τον τρισκατάρατο ωχ τον εβλογημένο»

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #39 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:21:18 »


7

Καλόγερε μαλόγερε
στον οντά μου τ’ ήθελες;
Ξυλάκια σούηφερα κυρά μ
να προσανάψεις τη φωτιά μ.
Καλά ξυλάκια μούηφερες
στο κεφαλάκι μ τ’ ήθελες;
Φεσάκι σούηφερα κυρά
μα δε σου τόβαλα καλά.
Καλά φεσάκι μούηφερες
στα βυζάκια μ τ’ ήθελες;
Λεϊμόνια σούηφερα κυρά
μα δε σου τάτριψα καλα.
Καλά λεϊμόνια μούηφερες
στη μεσούλα μ τι ήθελες;
Ζουνάρι σούηφερα κυρά
μα δε σου τόζωσα καλά.
Καλά ζουνάρι μούηφερες
στα ποδαράκια μ τ’ ήθελες;
Παπούτσια σούηφερα κυρά
μα δε σου τάβαλα καλά.
Καλά παπούτσια μούηφερες
στη βρακοζώνα μ τ’ ήθελες;
Βρακοζωνίτσα σούηφερα
μα δε στην έβαλα καλά.
Βρακοζωνίτσα μούηφερες
στα σκελαράκια μ τ’ ήθελες;
Λαγός μού κρύφτηκε κυρά
και ήφερα τα λαγωνικά



8

Πέντε δέκα παπαδιές
κι άλλες τόσες καλογριές
στα βαμπάκια πήγαιναν
για να τα σκαλίσουνε
να τα βοτανίσουνε.
Δίψασε μια καλογριά
πάησε να πιει νερό
κ ήβρε το νερό ζεστό
το ποτάμι σιγανό.
Μια της άλλης έλεγε:
Παμ να κολυμπήσουμε
να δροσολογήσουμε
που είναι το νερό ζεστό
το ποτάμι σιγανό;
Όλες συμφωνήσανε
για να κολυμπήσουνε.
Βγάλαν τα ρασάκια τους
τα ποκαμισάκια τους
και τα καμπηλάφκια τους
κι όλες μέσα μπήκανε
για να κολυμπήσουνε.
Κολυμπώντας με χαρά
στα καθάρια τα νερά
κ ένας νιος καλόγερος
τες επαραμόνεβε
πίσω από τον πλάτανο.
Πήρε τα ρασάκια τους
τα ποκαμισάκια τους
και τα καμπηλάφκια τους.
Κει που κολυμπούσανε
τον παρακαλούσανε
λέγοντάς του καθεμιά
από μες απ’ τα νερά:
Δόμας τα Γεράσιμε
τα ποκαμισάκια μας
και τα καμπηλάφκια μας.
Κι ο Γεράσιμος γελά
με τ’ δικέντρα του μπροστά:
Γω δε θέλω καν καμιά
μον εβγάτε απ’ το νερό
κι όλες πιάστε το χορό
το χορό το θαμβαστό
χαβδοταντρασκελωτό,
κ εγώ σέρνω το χορό
και βαστώ και το λουστό
και σας σέρνω από κοντά
σας με τα ξανθά μαλλιά,
σας κοιτάζω μια τη μια
κι η καρδίτσα μου σκιρτά.
κι άμα αφήσω το χορό
όλες σας ξεμολογώ.
κι άμα σας ξεμολογήσω
όλες σας θα σας φιλήσω.
Τι καλόγερος εγώ;
Τον κακό μου τον καιρό
Τι μετάνοια θέλω εγώ
για τον άσπρο σας λαιμό.
για τον άσπρο σας λαιμό
έχασα το θυμιατό.
για τα κόκκινά σας χείλη
έχασα το πετραχείλι.
για τα μάβρα σας τα μάτια
μόγινε η καρδιά κομμάτια.
για τα γαϊτανά σας φρύδια
μ έφαγαν κ εμέ τα φίδια
και για τ άσπρα σας βυζιά
έχασα τη λειτουργία.
για τες μέσες τες λιχνές
με χτυπούν οι σαϊτιές.
Πέφτω μπρούμητα φωνάζω
κάθε ώρα αναστενάζω.



9

Καλογέροι φράζουν κήπο
καλογριές τρυπούν και μπαίνουν
κ εγώ στέκω σκυθρωπός
πάντοτε σαν παλαβός.
Ο' ταν επηδούσανε
όλες με ρωτούσανε:

Δε μας λες Γεράσιμε
τι είναι αφτή που κρέμεται;

Και τες έλεγα κ εγώ
δίχως να τες εντραπώ:
Ένοια σας θα σας το πω
κι από μπρος σας θα χωθώ.
Είναι η δικέντρα μου
και η φορτωτήρα μου
που βλογώ τες παπαδιές
κι όλες τες καλογριές.
Και να ειπώ καλύτερα
χήρες και γειτόνισσες,
όλες εγελούσανε
κι όλο με ρωτούσανε:

Δε μας λες Γεράσιμε
τι είναι τόσο σουβλερή;

Γιατί ήτον μαλακή
την τσιλίκωσα κι αφτή.

Δε μας λες Γεράσιμε
τι είναι τόσο μαλλιαρή;

Πέρασ’ απόνα μαντρί
την εφόρτωσα μαλλί.
Κι άλλη μια μού έλεγε:

Πού είναι η σκούφια της αφτή;

Ντρέπεται δεν τη φορεί.
Αρεντέβει για λαγό
στο μαντρί το μαλλιαρό
μπαίνει μέσα δυνατή
βγαίνει έξω σκυθρωπή.

Δε μας λες Γεράσιμε,
τι είναι αφτά που κρέμονται;

Είναι τα τισάκια μου
και τα καμπανέλια μου
που ξυπνώ τες παπαδιές
κι όλες τες καλογριές.
Και να ειπώ καλύτερα
χήρες και γειτόνισσες.

Δε μας λες Γεράσιμε
τι είσαι τόσο σκυθρωπός;

Διάβασα γονάτισα
σε μια μάβρη παπαδιά
και απόκαμα πολύ
εις το έρημο μαντρί.

Γεια σας άγιοι πατέρες
και το μέγα έλεος.

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #40 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:23:48 »


10

Ποιος είδε διάκο θηλυκό
δέφτε προσκυνήσωμεν
και πάπα γκαστρωμένο
πατέρες εβλογείτε.
Γκαμήλα με τα τσόκαρα
δέφτε προσκυνήσωμεν
το σκύλο με μπουτούρι
πατέρες εβλογείτε.
Το λύκο με τα πρόβατα
δέφτε προσκυνήσωμεν
το γάιδαρο μπαρμπέρη
πατέρες εβλογείτε.
Είπαμε πολλά ψέματα
δέφτε προσκυνήσωμεν
ας πούμε μιαν αλήθεια
πατέρες εβλογείτε.
Φορτώσανε τον ποντικό
δέφτε προσκυνήσωμεν
δέκα κιλά ρεβύθια
πατέρες εβλογείτε.
Και πάνω απανωγόμαρα
δέφτε προσκυνήσωμεν
δεκάξη κολοκύθια
πατέρες εβλογείτε.



11

Ποιος είδε ψύλλο στο βουνό
σανίδια φορτωμένο
ποιος είδε πάπα θηλυκό
και διάκο γκαστρωμένο.
Ν’ αφήσουμε τα ψέματα
να ειπούμε μιαν αλήθεια
εγένησεν η λεϊμονιά
κ’ έκαμε κολοκύθια.



12

Τρεις καλές γειτόνισσες
στο προσήλιο κάθονται
ψαροκόκαλο βαστούνε
στην ταβέρνα παν να πιούνε.
Βρίσκουνε τον ταβερνιάρη
και κοπάνιζε λινάρι.
Βρε καλέ μας ταβερνιάρη
άναψε μας το λυχνάρι
βάλε μας 'να κατοστάρι.
Κι από κείνη την ταβέρνα
’νας πραματεφτής επέρνα.
Βρε καλέ πραματεφτή
ίντα πραματιές πουλείς;
Ι' ντα πραματιές πουλώ
 ντρέπουμαι να σας το ειπώ.
Τώρα τες αποκριές
φέραν δυο σακιά ψωλες.
Τόμαθαν οι αρχόντισσες
τρέξανε ξυπόλυτες.
Τόμαθαν οι αρχοντοπούλες
τρέξαν και τσ’ αρπάξαν ούλες.
Τόμαθε και μια γριά
και τινάζει τα σακιά
βρίσκει μια με δυο κεφάλια
και τη βάνει στα τσουκάλια.
Τούτη είναι καλή για μένα
που είν’ τα σκότια μου καημένα,
να τη βάλω στο λαγήνι
να χοντρύνει να παχύνει.

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #41 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:28:41 »


13


Τες μεγάλες αποκριές
στέκονται οι ψωλές ορθές
γιεμ και το μεγάλο πάσκα
στέκουν τα μουνιά και χάσκα.



14

Ε'μαθα κυρά πως έχεις
βαρκοπούλα και ψαρέβεις
να σου τη γιομίσω ψάρια
αστακούς και καλαμάρια
να της βάλω το τιμόνι
κάτεργο να μην τη σώνει.



15

Το μουνί το λεν αλή
και τον πούτσο καραλή.
Το μουνί όντας αφρίζει.
σαν καράβι αρμενίζει
τα πανιά τάχει τρακάδα
και τα τσαμαντάλια μάβρα.



16

Τώρα στ’ αγκούρια και στες πιπεριές
θέλα στον κόψω πόλκα και μπροστοποδιές.
Θα στόνε κόψω θέλω κομποχείλα μου
με δυο ζυγιές ταούλια και τ’ αρχίδια μου.
Να στόνε κόψω θέλω πίσω απ’ τον κωλιά
νάρχεσαι τριγύρω να προγκάς τ’ αρνιά.



17

Δόξα νάχεις Τρυγητή μου
που είδα τρίχα στο μουνί μου.
Δέκα χρόνια που είμουν χήρα
τέτοιον πούτσο δεν τον είδα.



18

Ε'να μουνί στον έγκρεμνο
κι ο ψώλος αποκάτω
στρωτές μετάνοιες έκανε
μουνί κατέβα κάτω.
Δεν κατεβαίνω ψώλαρε
γιατί είσαι σκανταλιάρης
που σκανταλίζεις τα μουνιά
και τα ξεμπουστουριάζεις.
Κι όπου βρεις τρύπα τρυπώνεις
κι όθε βρεις μαλλί μαλώνεις.



19

Τούτη η τσιούνα η μαλλιαρή
πάει στο γάμο να χαρεί
για να φάει και να πιει.
Τούτη η τσιούνα η μανδραβέλα
βάνει βίγλα για κοπέλα.



20

Το μουνί μου αρρώστησε το Μάη μήνα
λαχανάκια τούβρασα να φάει να γιάνει.
Μωρ και κείνο δεν τα θέλει
μόνο να πεθάνει θέλει.
Μια πουτσούλα τούταξα να φάει να γιάνει.
Από τούτη να είταν κι άλλη
πέντε σπιθαμές μεγάλη.

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #42 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:30:43 »


21


Πάει ο πούτσος στο παζάρι
δεν ηξέρει τι να πάρει
βρίσκει του μουνιού τον πάτο
και τον κάνει άνω κάτω.



22

Στου Μαρτιού τες πέντε δέκα
μαραγκός ψωλές πελέκα
και μεγάλες και μικρές
από τες μαρμαρινές.
Τομαθάνε τα κοράσια
και τον διπλοχαιρετούσαν.
τ’ άκουσε η κυρά γουμένη
στη χαρά της τόνε παίρνει.

Μαραγκέ μου γεια σου γεια σου
τι καλή που είναι η δουλειά σου.
Να μου κάμεις μια ψωλή
και μεγάλη και χοντρή
να τη βάλω στα μεριά μου
να θαραπαεί η καρδιά μου.
Να χαρείς και τον Κωστή
κάμε μια χοντρή σωστή.
Να χαρείς και το Μιχάλη
κάμε μια χοντρή μεγάλη.
Να χαρείς και το Γιανάκη
το κεφάλι σαν πινάκι.
Ο'ταν μπαίνει στα μεριά μου
να δροσίζεται η καρδιά μου.



23

Τούτη η κούπα κι άλλη κούπα
τούτη η τρούπα κι άλλη τρούπα
μ’ έκαμε με τέτοια ρούχα
πόχω κι άλλα στη σεντούκα
κ’ είν’ καλύτερα από τούτα.
Κρέμουντ’ τα μπαλώματα
σαν τα πλατανόφυλλα.



24

Α'ντρα ζευγίτη μούδωσαν να ζήσει, εκείνον θέλω.
Ο'λη μέρα τρίβει σβώλια
και το βράδυ τρίβει κώλια.
Α'ντρα χαλκιά μου δώσανε? να σκάσει δεν τον θέλω.
Ο'λη μέρα μπρομ και τράκα
σαν το διάολο στην πλάκα.
Α'ντρα ταμπάκη μούδωσαν να σκάσει, δεν τον θέλω.
Η Δεφτέρα ξημερώνει
τα σκυλόσκατα μαζώνει.



25

'Νας πασιάς από του Τάρα
κυνηγάει μια γαϊδάρα.
Δω την έχει κει την έχει
Μέσ’ στο ρέμα την παντέχει,
Στάσου, στάσου γαϊδουρίτσα
να σου βάλω κουμπουρίτσα.



26

Το γαϊδούρι του Μηνά
γέννησε το Λαηνά.
Το γαϊδούρι του Κακούρη
έπιασε κακό τσιμπούρι
κι ο Κακούρης το γιατρέβει
κ’ η Κακούρενα χορέβει.

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #43 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:34:04 »


27


Του Μηνά το γαϊδουράκι
στο βουνό είναι ταμπακάκι.
Πάει ο Μηνάς γυρέβοντας
και η Μηνανού και κλαίοντας.
Σώπα Μηνανού μην κλαις
τόπαθαν κι άλλες πολλές.
Κι αν εψόφσε το γαϊδούρι
για δικό σου το χουζούρι
κάνεις την προβιά του γούνα
και τ’ αρχίδια του κουδούνια
και την πούτσα του σουράβλι
να την παίζεις κάθε βράδυ.



28

Κοτσιδάκι με τη γούνα
η γυναίκα σου γουρούνα
τα παιδιά σου γκούτσι γκούτσι
που δεν έχουνε παπούτσι.



29

Νικολή πιτσόκωλα
πιτσογυριστόκωλα
παμ να βρούμε το Σταμάτη
να μιλήσουμε κομμάτι;



30

Δυο νομάτοι
μ’ ένα μάτι
κυνηγούσαν το Σταμάτη.



31

Θαβμάζομαι και απορώ
πώς ο τ’ ανθρώπου κώλος:
Τριγύρω γύρω τριχωτός
και ένδον κούφος όλος.



32

Γάιδαρος επέρασε
και δεν εκαλημέρισε.
έπεσε η μαχαίρα του
γαμώ τη θυγατέρα του.



33

Ο Μανώλης με τα λόγια
χτίζει ανώγια και κατώγια.



34

Ο' ταν είμαι νηστικός
κρένω σαν πνεματικός
κι όταν πίνω πέντε δέκα
θέλω όμορφη γυναίκα.



35

Μια γριά μονοδοντού
άντρα γύρεβε η πορδού
κι άλλη μία ξεκωλιάρα
άντρα γύρεβε η γαϊδάρα.



36

Είπε ο διάκος του παπά
να ξημερωθεί κακά.
Είπε ο διάκος του παπούλη
να ξημερωθεί νταούλι.

Καταγράφηκε

AoRaToSs
Διαχειριστές
Πολυθεϊστής
*******
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 2422



WWW
« Απάντηση #44 στις: Φεβρουάριος 05, 2009, 13:37:49 »


37


Γέρος εκαμάτεβε
με τον πούτσο αβλάκωνε.
Είχε την πούτσα του ζυγό
 τ αρχίδια του δαμάλια.
Καλογριές περνούσανε
και τον χαιρετούσανε.
Κάνε πέρα καλογριά
μην προγκήξουν τα δαμάλια
και χαλάσουν το ζυγό
καβαλάω σε γαμώ.



38

Κάτω στην αγριαγκινάρα
κάνει ο γέρος τη ζεβγάρα
και του πάει η γριά ψωμί
σαν ωμό και σαν πολύ.
Τρώει ο γέρος και καβλώνει
τη γριά καβαλαρώνει.



39

Πω πω πω μανούλα μου
με πονεί η καρδούλα μου.
Πήγα πάνω στον οντά
κ είδα την ξερή τ’ αγά
μ ένα σφόνδυλο μπροστά.



40

Να είχα μοίρα να είχα τύχη
να είχα μια ψωλή σαν πήχυ.
Τι να γένω η ορφανή
το μουν’ι μου με πονεί.
Αχ κα ι τι να γένω η δόλια
που είναι το μουνί μου βόλια.



41*

Βαία βαία και χαβαία
και του Κλάπα η ψωλέα
λαδωμένη πασωμένη
και σκουλήκια γιομισμένη?
όποιος μιλήσει να τη φάει.

* Όταν θέλωσιν υπνώσαι οι παίδες λέγουσι το Βαία κτλ



42

Ο' ταν θέλω εγώ δε θέλεις
τώρα που δε θέλω θέλεις
τώρα και εγώ δε θέλω
για να θέλεις όταν θέλω.



43

Για σταθείτε για να ιδούμε
τι τραγούδι θέλα ειπούμε
για το δόλιο το μουνάκι
πόχει μπρος και πίσω αβλάκι.
Η'θελα να ρίξω στάνη
αποκάτω στο φουστάνι
να κρεμάω τες καρδάρες
στου μουνιού τες αμασχάλες
κει που χύνει το νερό του
θα κρεμά τον πίτυρο του
κι από κει που κατουρεί
θέλα πήξε ι το τυρί.
Αν η τύχη δωσ’ και ζήσω
θέλω να τυροκομήσω.



44


Εγώ το βήχα νάχω
κι ο άντρας μου το συνάχι.



45


Τάρι ρι
πού πας μωρή;
Πάω στη στάνη για τυρί,
για τυρί για τρίματα
για γλυκοφιλήματα.


46

Ε'να τραγούδι θένα ειπώ μα είναι ντροπή δική μου
απόψε κατουρήθηκε η αγαπητική μου.

Η'θελα να σ’ αγαπήσω μάχω τα πηλώματα
και φοβούμαι μη σε χέσω κ’ έχουμε μαλώματα.

Μωρή σαρδέλα βρωμερή σουπιά τηγανισμένη
και καρακάξα του γιαλού ποιος διάολος σε παίρνει.

Α΄ειντε να βόσκεις πρόβατα και χοίρους πέντε δέκα
και το δικό σου το κορμί δεν είναι για γυναίκα.

Και πρόβατα εβόσκησα και χοίρους πέντε δέκα
εννιά κοπέλες φίλησα και μετά σένα δέκα.

Θένα σε κάμω μαγικά μ’ ένα κουκί πιπέρι
να τρέχεις να με κυνηγάς με το βρακί στο χέρι.

Καταγράφηκε

Σελίδες: 1 2 [3] 4 5 ... 8
  Εκτύπωση  
 
Μεταπήδηση σε:  

Powered by MySQL Powered by PHP Powered by SMF 1.1.7 | SMF © 2006-2008, Simple Machines LLC | Sitemap Έγκυρη XHTML 1.0! Έγκυρα CSS!