Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα κάθονται των γερόντων η ψυχές. Τι θλιβερές που είναι η πτωχές και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε. Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε η σαστισμένες κι αντιφατικές ψυχές, που κάθονται -κωμικοτραγικές- μες στα παληά των τα πετσιά τ' αφανισμένα.