Στης Αθήνας το χώμα ο Δίας ο Αγοραίος βλέπει τα σπλάχνα του Ηρακλή γονατισμένα στον άγγιχτο βωμό του ολάρφανα, έρμα, ξένα ο Αργίτης φοβερός, ανήμπορο το χρέος.
Ψυχοπονετικός ο ρήγας ο Αθηναίος, αλλ’ ω σκληρότατος χρησμός που τρώει τα φρένα! «Από το αίμα σου, ω τρισεύγενη παρθένα, θα νικηθή ο ανίκητος οχτρός ο νέος!»
Κανένας δε σαλεύει, ωιμέ! παντέρμ’ η ορφάνια! Τότε γιομάτη απ’ των ηρώων την περηφάνια, μιας χώρας κ’ ενός γένους λυτρωτής, ω θεία
τρισάξια θυγατέρα του μεγάλου Αλκίδη, φέρνεις τα στήθια στης θυσίας το λεπίδι, και τρισελεύτερη πεθαίνεις, Μακαρία!